ἐρείκω

ἐρείκ-ω, A.Pers.1060 : [tense] aor. I imper.
A

ἔρειξον Ar.Fr. 22

, part.

ἐρείξας Hp.Morb.2.67

, Nat.Mul.32 (

ἐρίξας Mul.2.113c

odd.): [tense] aor. 2

ἤρικον Il.17.295

, ([pref] δι-) Alex.Aet.3.21(tm.):—[voice] Med., [tense] aor. I

ἐρειξάμην Porph.Abst.2.6

:—[voice] Pass., [tense] pf. ἐρήριγμαι (v. infr.):—rend, ἤρεικον χθόνα rent it with the ploughshare, Hes.Sc.287 ;

πέπλον ἐ. A.Pers. 1060

(lyr.): in this sense Hom. has only [voice] Pass.,

ἐρεικόμενος περὶ δουρί Il.13.441

.
2 bruise, pound, of pulse, Ar.Fr.22, cf. Dieuch. ap. Orib.4.6.4; κάχρυς, ζειάς, Hp.Morb.2.67, Mul.2.113, Superf.34;

κριθαὶ ἐρηριγμέναι Id.Nat.Mul.103

;

κύαμοι ἐρηρ. Arist.HA595b7

;

ἐρειχθείσης τῆς κνήκου Diocl.Fr.140

; ναῦς τρὸς ἀλλήλαισι πνοαὶ ἤρεικον shattered them, A.Ag.655 ; of pain,

ὀδύναι μιν ἤρικον S.Fr.152

(lyr.).
II intr., [tense] aor. 2 ἤρῐκον to be rent or shattered,

ἤρικε..κόρυς περὶ δουρὸς ἀκωκῇ Il.17.295

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρείκω — ἐρέικω pres subj act 1st sg ἐρέικω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερείκω — ἐρείκω (Α) 1. σχίζω, χωρίζω («ἐρεικόμενος περὶ δουρί» σχισμένος, κομματιασμένος απ’ το δόρυ, Ομ. Ιλ.) 2. διασχίζω («ἤρεικον χθόνα» διέσχιζαν με το άροτρο πηγή, Ησίοδ.) 3. θραύω, σπάζω, συντρίβω («ναῡς γὰρ πρὸς ἀλλήλαισι Θρῇκιαι πνοαὶ ἤρεικον» οι… …   Dictionary of Greek

  • ἐρείξω — ἐρέικω aor subj act 1st sg ἐρέικω fut ind act 1st sg ἐρέικω aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικομένων — ἐρέικω pres part mp fem gen pl ἐρέικω pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρειξαμένων — ἐρέικω aor part mid fem gen pl ἐρέικω aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρείξαντα — ἐρέικω aor part act neut nom/voc/acc pl ἐρέικω aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρεικε — ἐρέικω pres imperat act 2nd sg ἐρέικω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρεικον — ἐρέικω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐρέικω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤρεικον — ἐρέικω imperf ind act 3rd pl ἐρέικω imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικομένη — ἐρέικω pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικόμενα — ἐρέικω pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.